There is still time for endurance, time for patience, time for healing, time for change – Saint Basil the Great (+379)

crocus_vernus_vanguard_.jpg

There is still time for endurance, time for patience, time for healing, time for change. Have you slipped? Rise up. Have you sinned? Cease. Do not stand among sinners, but leap aside.

—Saint Basil the Great (+379)

 

Advertisements

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης της Εύβοιας (+1991): “Δεν θέλει την εξομολόγηση ο διάβολος. Κοινωνάμε, αλλά δεν κοινωνάμε”

http://saintsofmyheart.wordpress.com

SAINTS OF MY HEART

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης της Εύβοιας (+1991):

“Δεν θέλει την εξομολόγηση ο διάβολος.

Κοινωνάμε, αλλά δεν κοινωνάμε”

Μας αναφέρει ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης της Εύβοιας:

Μιά δαι­μο­νι­σμέ­νη ὁ­μο­λο­γοῦ­σε: “Ὅ­ταν ἤ­μουν 13 χρο­νῶν, ἔ­βο­σκα τά γε­λά­δια σέ μιά ρε­μα­τιά καί ἐ­κεῖ βλαστή­μη­σα τόν Χρι­στό καί τόν ἀν­τί­χρι­στο καί δαι­μο­νί­στη­κα, μπῆ­κε μέ­σα μου δαί­μο­νας. Ἀ­πό τό­τε δέν εἶμαι κα­λά. Παν­τρεύ­τη­κα καί μέ πῆ­γε ὁ ἄν­τρας μου στήν Ἀγ­γλί­α, στήν Γερ­μα­νί­α, σέ ὅ­λους τούς για­τρούς. Οἱ για­τροί δέν βρῆ­καν τί­πο­τα. Δέν ξέ­ρουν ὅ­τι ἔ­χω δαί­μο­να. Τώ­ρα, μέ ἔ­φε­ρε καί σέ σέ­να”.
Τούς εἶ­πα, “ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί θεί­α Κοι­νω­νί­α” καί φώ­να­ξε τό δαι­μό­νιο: “Ἐ­σύ δέν τά λές κα­λά! Ἐκεῖνος ὁ ἄλ­λος ὁ πα­πάς (ἕ­νας ἄλ­λος Ἱ­ε­ρέ­ας ἐξ ἐγ­γά­μων πού εἶ­χαν πά­ει πρω­τύ­τε­ρα) τά λέ­ει κα­λύ­τε­ρα. Μό­νο μεταλα­βιά (θεί­α Κοι­νω­νί­α), δέν χρει­ά­ζον­ται δι­α­βά­σμα­τα (ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση)”.

Εἴ­δα­τε, ἀ­δελ­φοί μου, πώς δέν τήν θέ­λει τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση ὁ δι­ά­βο­λος καί ὅ­τι ἡ θεί­α Κοι­νω­νί­α δί­χως ἐξομο­λό­γη­ση δέν ὠ­φε­λεῖ σέ τί­πο­τα.

Κοινωνᾶμε, ἀλλά δέν κοινωνᾶμε.

Μιά κυ­ρί­α ἀ­πό ἕ­να χω­ριό, ἦρ­θε πρίν με­ρι­κά χρόνια νά μέ δῆ. Μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἦρ­θε στίς Ρο­βι­ές στό πανηγύρι καί κα­τά τό ἔ­θος κοι­νώ­νη­σε. Ὅμως, ἐ­νῶ κα­τά­πι­ε τό “ζμί”(ζουμί–αἷ­μα Κυ­ρί­ου), τό “κοψίδι” (ψίχα–σῶ­μα Κυ­ρί­ου) ἔ­μει­νε κά­τω ἀ­πό τήν γλῶσσα καί δέν μπο­ροῦ­σε νά τό κα­τα­πι­ῆ. Πήγανε σέ ἕ­να σπίτι, τούς κέ­ρα­σαν κα­φέ καί πα­ξι­μά­δι, τά ἔ­φα­γε, ἀλ­λά τό κομ­μα­τά­κι δέν κα­τέ­βαι­νε. Τό εἶ­πε στήν γειτόνισ­σα καί τήν πα­ρα­κά­λε­σε νά τό σκουν­τή­ση μέ τό χέ­ρι της. Φύ­γα­νε ἀ­πό τίς Ρο­βι­ές. Στόν δρό­μο εἴχα­νε ψω­μί καί τυ­ρί καί φά­γα­νε σέ μιά πη­γή πού στα­μα­τή­σα­νε. Αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ τό ψιχου­λά­κι καί αἰ­σθα­νό­ταν ὅ­τι μο­σχο­βο­λά­ει. Ἔ­βα­λε τό δά­κτυ­λο καί τό σκουν­τοῦ­σε καί αὐ­τό ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω πά­λι στήν γλῶσ­σα της.

—Τί ἦ­ταν αὐ­τό, π. Ἰ­ά­κω­βε; μέ ρώ­τη­σε.

—Μή­πως εἶ­χες κα­νέ­να ἁ­μάρ­τη­μα καί πῆ­γες νά κοι­νω­νή­σης καί δέν ἤ­σουν ἄ­ξια καί ἱ­κα­νή νά πᾶς νά κοινω­νή­σης; Μή­πως μέ καμ­μιά σου γει­τό­νισ­σα τά εἶ­χες χα­λά­σει;

— Ναί, πα­πά μου! Ἦρ­θε ἡ κότ­τα τῆς γει­τό­νισσας στήν αὐ­λή μου καί τήν ἔ­δι­ω­ξα λέ­γον­τας “ἴ­σου! νά φᾶς τήν νοι­κο­κυ­ρά σου, νά ψο­φή­ση ἡ νοι­κο­κυ­ρά σου!”. Καί ὕ­στε­ρα σάν νά μέ φώ­τι­σε ὁ Θε­ός τό βράδυ καί μοῦ εἶ­πε: “Δέν πᾶς νά πά­ρης συγ­χώ­ρη­ση ἀ­πό τήν γει­τό­νισ­σα;”. “Νά πά­ω”, εἶ­πα. Στόν δρό­μο ὅ­μως πού πή­γαι­να, μοῦ εἶ­πε ὁ λο­γι­σμός: “Ἔ! δέν εἶ­ναι τί­πο­τα. Καί ἡ δι­κή μου πά­ει σέ αὐ­τήν καί αὐ­τῆς ἔρ­χε­ται σέ μέ­να”.

Βλέ­πε­τε τί τῆς εἶ­πε ὁ δι­ά­βο­λος; Καί ἐ­νῶ πῆ­γε νά κοι­νω­νή­ση, δέν κοι­νώ­νη­σε, δι­ό­τι εἶ­χε κα­τα­ρα­στῆ τήν γει­τό­νισ­σά της.

Καί μιά ἄλ­λη φο­ρά, ἕ­να παλ­λη­κά­ρι ἦρ­θε νά κοι­νω­νή­ση καί δί­στα­ζα λί­γο μέ­σα μου νά τό κοι­νω­νή­σω. Φαί­νε­ται θά εἶ­χε κά­ποι­ο πνευ­μα­τι­κό κώ­λυμα. Ὅ­ταν, λοι­πόν, τό κοι­νω­νοῦ­σα, ἕ­νας πα­ρευ­ρι­σκό­με­νος μονα­χός, ἀ­ρε­τῆς ἄν­θρω­πος, εἶ­δε νά φεύ­γη ἀπό τήν ἁ­γί­α Λα­βί­δα μιά χρυ­σή λάμ­ψη, νά περ­νᾶ πά­νω ἀ­πό τό κε­φά­λι μου καί νά πά­η πά­νω στήν ἁ­γί­α Τράπε­ζα καί κά­θησε ἐ­κεῖ. Με­τά τήν ἀ­κο­λου­θί­α, μοῦ τό εἶ­πε ὁ μο­να­χός καί μοῦ εἶ­πε ὅ­τι τό ἔ­βλε­πε (τό παλ­λη­κά­ρι) μαῦ­ρο στό πρό­σω­πο.

Βλέ­πε­τε; Κοι­νω­νᾶ­με ἀλ­λά δέν κοι­νω­νᾶ­με! Γι᾽ αὐ­τό καί οἱ μά­γοι καί οἱ αἱ­ρε­τι­κοί με­ρι­κές φο­ρές συ­νι­στοῦν καί θεί­α Κοι­νω­νί­α, ἀλ­λά φρον­τί­ζουν νά μήν (μᾶς ἀφήσουν νά) σκε­φτοῦ­με (γιά) νά προ­ε­τοι­μα­στοῦ­με σωστά.

Πηγή:

Ο Γέρων Ιάκωβος

εκδ. Ενωμένη Ρωμηοσύνη